Άρθρο Ανδρέα Γιαννόπουλου στο crisismonitor.gr
Εταιρικές Υποθέσεις στην Ελλάδα: Ώρα για διαφάνεια ή επιστροφή στη σκιά;
Πηγή: crisismonitor.gr
Το τελευταίο διάστημα, παρακολουθούμε, τουλάχιστον με σκεπτικισμό, να «παίρνουν τα ζώπυρα φωτιά» στη θράκα της σκανδαλολογίας, με πρόδηλη επίπτωση τον κλονισμό της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών σε βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς.
Πτυχή αυτής της σχεδόν μόνιμης, αλλά ραγδαία επιδεινούμενης την περίοδο που διανύουμε, καχυποψίας απέναντι στους θεσμούς, είναι και η σχέση κράτους και επιχειρήσεων. Και όχι αδίκως, αφού, για χρόνια, αυτή η σχέση κινήθηκε συχνά σε μια γκρίζα ζώνη: ούτε πλήρως θεσμοθετημένη, ούτε πραγματικά διαφανής. Σήμερα, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Και μαζί τους, πρέπει να αλλάξει και το μοντέλο.
Ιδιαιτέρως δε, σε ένα περιβάλλον πολιτικής πόλωσης και επιδείνωσης της θεσμικής λειτουργίας, δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα οι εταιρείες να βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: Θα επιμείνουν σε πρακτικές «παρασκηνίου», για να διασφαλίσουν βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, ή θα επενδύσουν σε μια πιο δύσκολη, αλλά βιώσιμη στρατηγική διαφάνειας; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ηθικοπλαστική, αλλά απολύτως στρατηγική, αφού θα καθορίσει όχι μόνο τη φήμη τους, αλλά και τη θέση τους στο ευρύτερο θεσμικό ενδιαίτημα.
Ας το πούμε καθαρά: το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι το lobbying. Είναι η κακή του εκδοχή. Για δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος της αξίας των Εταιρικών/Δημόσιων Υποθέσεων στην Ελλάδα μετριόταν με όρους πρόσβασης: Ποιος γνωρίζει ποιον, ποιος μπορεί να «σηκώσει το τηλέφωνο», ποιος έχει απευθείας δίαυλο με την εξουσία. Αυτό το μοντέλο όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο, είναι πλέον και επικίνδυνο.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένης διαφάνειας, ψηφιακής ιχνηλασιμότητας και δημόσιας έκθεσης, η «πρόσβαση χωρίς κανόνες» μετατρέπεται εύκολα σε ρίσκο φήμης. Και το ρίσκο αυτό δεν αφορά μόνο στις εταιρείες, αλλά και στους ίδιους τους κρατικούς αξιωματούχους. Με άλλα λόγια: αυτό που κάποτε θεωρούνταν πλεονέκτημα, σήμερα μπορεί να γίνει πηγή έκθεσης σε κινδύνους.
Και αν κάτι αναδεικνύεται στις σημερινές περιστάσεις, είναι ότι η ακεραιότητα δεν είναι ηθική πολυτέλεια. Είναι στρατηγική επιλογή. Οι εταιρείες που λειτουργούν με σαφείς κανόνες, καταγεγραμμένες επαφές και θεσμική συνέπεια, δεν είναι απλώς «πιο σωστές». Είναι και πιο ανθεκτικές. Δεν εξαρτώνται από πρόσωπα ή περιστάσεις. Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουν τη στρατηγική τους κάθε φορά που αλλάζει η πολιτική ισορροπία.
Αντιθέτως, όσοι επενδύουν σε άτυπα δίκτυα και προσωποκεντρικές σχέσεις, ανακαλύπτουν γρήγορα ότι το πολιτικό σύστημα έχει κοντή μνήμη, αλλά και απότομες ανατροπές. Το ζήτημα, εν τέλει, δεν είναι αν θα υπάρχει επιρροή. Θα υπάρχει. Σε κάθε σύγχρονη δημοκρατία, η οργανωμένη εκπροσώπηση συμφερόντων είναι όχι μόνο αναπόφευκτη, αλλά και απαραίτητη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Με ποιους όρους; Θέλουμε ένα σύστημα όπου η επιρροή ασκείται με κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία; Ή ένα σύστημα όπου η αποτελεσματικότητα μετριέται με το πόσο «αόρατη» είναι η διαδικασία; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο στους επαγγελματίες Εταιρικών/Δημόσιων Υποθέσεων, αλλά στην ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας και τη λειτουργία των θεσμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Agora – 4th Corporate Affairs Forum 2026 – www.agora-caforum.gr (07/05/26, Αίγλη Ζαππείου), το ετήσιο ραντεβού των επαγγελματιών Εταιρικών Υποθέσεων στην Ελλάδα, θέτει, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, με μια σειρά από θεματικές συνεδρίες και με τη συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτικής, της επιστήμης, των Εταιρικών Υποθέσεων και των ΜΜΕ, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, θα επιχειρήσει να αναδείξει γιατί η συζήτηση για το «good advocacy» και τη διαφάνεια δεν μπορεί να εξαντλείται σε ευγενικές διαπιστώσεις. Χρειάζεται, επιπροσθέτως, να οδηγήσει σε κάτι πιο απαιτητικό: σε μια κοινή κατανόηση ότι οι παλιές πρακτικές έχουν τελειώσει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα αλλάξει το τοπίο. Έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει. Το ερώτημα είναι ποιοι θα προσαρμοστούν εγκαίρως και ποιοι θα μείνουν πίσω, υπερασπιζόμενοι ένα μοντέλο που δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει στο φως.
